τριποδίζω

τριποδίζω
αμετ. скакать галопом; мчаться

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "τριποδίζω" в других словарях:

  • τριποδίζω — ΝΜΑ [τρίπους, οδος] (για ίππο) καλπάζω …   Dictionary of Greek

  • τριποδίζω — τριπόδισα, αμτβ., καλπάζω (για άλογο) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διατροχάζω — διατροχάζω, (Α) [τροχάζω] 1. (για άλογα) τριποδίζω, καλπάζω 2. (για πρόσωπα) τρέχω έφιππος εδώ κι εκεί 3. σπεύδω, ορμώ 4. κινούμαι με θόρυβο τριγύρω …   Dictionary of Greek

  • μπιντές — ο χαμηλός νιπτήρας για το πλύσιμο τών ποδιών ή τών γεννητικών οργάνων τών γυναικών. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. bidet < αρχ. γαλλ. bider «τριποδίζω»] …   Dictionary of Greek

  • τρίποδον — τὸ, Μ τριποδισμός, καλπασμός. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρίπους, οδος (πρβλ. και τριποδίζω «καλπάζω»)] …   Dictionary of Greek

  • τραπώ — έω, Α πατώ τα σταφύλια στον ληνό, στο πατητήρι, ληνοπατῶ*. [ΕΤΥΜΟΛ. Επιτατικός επαναληπτικός τ. ενεστ., ο οποίος ανάγεται στη συνεσταλμένη βαθμίδα τής ΙΕ ρίζας *trep «βάζω το πόδι πάνω σε κάτι, πατώ» (πρβλ. ατραπός) και συνδέεται με λιθουαν.… …   Dictionary of Greek

  • τριποδισμός — ο, Ν 1. (για άλογο) καλπασμός 2. ιατρ. βηματισμός τών πασχόντων από παράλυση τών δακτύλων τών ποδιών, κατά τον οποίο ανυψώνεται έντονα η κνήμη με κάμψη τού μηρού. [ΕΤΥΜΟΛ. < τριποδίζω. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόν… …   Dictionary of Greek

  • τροτ — και τροκ, το, Ν άκλ. (για ιππασία) τροχασμός. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. trot < trotter «καλπάζω, τριποδίζω»] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»